ΓΛΩΣΣΑΡΙ ΣΟΜΠΑΣ

λεξικο της σομπας

Γλωσσάρι Σόμπας

Σόμπα : Είναι η συσκευή καύσης (συνήθως ξύλου), που χρησιμοποιείται για την απόδοση θερμότητας σε χώρους.

Ο όρος σόμπα, προέρχεται από την τουρκική λέξη soba και την ουγγρική szoba που σημαίνει δωμάτιο. Ετυμολογικά η σύνδεση γίνεται με την παλαιά γερμανική stuba και την πρωτογερμανική stubo, που σήμαινε δωμάτιο ή φούρνος.

Ξυλόσομπα : Η λεγόμενη ξυλόσομπα, ή σόμπα ξύλου, είναι όπως γίνεται σαφές και από την ονομασία της μία σόμπα η οποία λειτουργεί με καυσόξυλα ως υλικό καύσης.

Σόμπα Πέλλετ : Η σόμπα pellet, είναι μια μορφή σόμπας που δέχεται ως καύσιμη ύλη τα λεγόμενα pellets, δηλαδή μικρά τεμμάχια μορφοποιημένα κυλινδρικά, τα οποία έχουν συνήθως ως βασικό υλικό τους πριονίδι ή θρύμματα ξύλου.

Ενεργειακή Σόμπα : Η ορολογία δεν είναι τυπική αλλά συνήθως χρησιμοποιείται για να περιγράψει μοντέλα σόμπας που έχουν υψηλή απόδοση καύσης, και των οποίων ο θάλαμος μπορεί να κλείσει ερμητικά.

επιλογη πελλετ

ΣΟΜΠΑ ή ΤΖΑΚΙ

Είτε ενεργειακό τζάκι ξύλου, είτε τζάκι αερίου, αυτή η μορφή θέρμανσης μπορεί να αποδειχθεί εξίσου ωφέλιμη και οικονομικά αποδοτική εφόσον η επιλογή του τζακιού γίνει με σωστή μελέτη.

ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΤΖΑΚΙ